HomeΕΙΔΗΣΕΙΣΠΑΙΔΕΙΑΤο πανεπιστημιακό υπόβαθρο του δασκάλου στην Ελλάδα ΠΑΙΔΕΙΑ Το πανεπιστημιακό υπόβαθρο του δασκάλου στην Ελλάδα Το πρόβλημα της Φιλοσοφικής Σχολής, έχει επισημανθεί από τον Δελμούζο, πάρα πολλά χρόνια πριν (ήδη από το 1944). Σε αυτή την κατεύθυνση, αναφέρει με τρόπο ρητό, ότι είναι αναγκαία η ορθή οργάνωση του προγράμματος στα σχολεία, ούτως ώστε ο φιλόλογος να μη διδάσκει ασχέτως ειδικότητας, όλα τα ιστορικοφιλολογικά και φιλοσοφικά μαθήματα, αλλά μόνον αυτά της ειδικότητάς του και μόνο σε επικουρική βάση και σε αναπλήρωση, τα υπόλοιπα μαθήματα. Η λύση δεν μπορεί να συνίσταται στην αλλαγή του προγράμματος σπουδών στη Φιλοσοφική Σχολή, ώστε όλοι οι φοιτητές να αποκτήσουν ρηχή πολυγνωσία, εις βάρος της επιστημονικής μόρφωσης. Άλλωστε, αν προκαλεί ζημιά στην εκπαίδευση ο άνευ συγκεκριμένης μεθόδου, επιστημονικά ωστόσο, καταρτισμένος καθηγητής, πολύ μεγαλύτερη ζημιά προκαλεί ο καθηγητής, ο οποίος εξαντλεί την προσπάθειά του στη διδακτική μέθοδο και σε διδακτικά τεχνάσματα, αγνοώντας την ουσία και το επιστημονικό περιεχόμενο (Δελμούζος, 1983, σελ. 10, 93). Συχνά βεβαίως, διατυπώνεται η άποψη, ότι ο επαγγελματικός σκοπός των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, θέτει ως προτεραιότητα την προετοιμασία των φοιτητών για την επαγγελματική τους ζωή. Έτσι, αν οι φιλόλογοι καλούνται να διδάξουν συγκεκριμένους συγγραφείς ή κλάδους της φιλολογίας στα Γυμνάσια και τα Λύκεια, αυτά θα πρέπει να αποτελούν τα αντικείμενα διδασκαλίας τους στο Πανεπιστήμιο. Πρόκειται για μια άποψη η οποία ενέχει κάποιας χρηστικής αξίας, αλλά «δεσμεύει» το ίδρυμα που κατεξοχήν χαρακτηρίζεται από την ελευθερία στη διδασκαλία του και την αυτονομία του και το καθιστά απλό παρατηρητή στις εξελίξεις που διαδραματίζονται στη Μέση Εκπαίδευση. Το πρόβλημα συνεπώς, ανάγεται στον εντοπισμό του παράγοντα ο οποίος ρυθμίζει τις εκπαιδευτικές εξελίξεις στη Μέση Εκπαίδευση ( Βερέβη, 1999, σελ. iv.). Σε γενικές γραμμές, οι απόφοιτοι των φιλοσοφικών σχολών, κατευθύνονται κατά κύριο λόγο, στον τομέα της εκπαίδευσης, ασχέτως του γεγονότος ότι πολλοί εξ’ αυτών, αναγκάζονται εκ των πραγμάτων, να αναζητήσουν άλλη επαγγελματική διέξοδο και στέγη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, είναι επιβεβλημένο το εν πολλοίς αυτονόητο, ότι δηλαδή, η πανεπιστημιακή εκπαίδευση αυτών, να μην αγνοεί τον εν τέλει ρόλο τους στη μέση εκπαίδευση. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ιδιαίτερα των λεγόμενων «καθηγητικών» σχολών, πέραν του ειδικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει για τον ιστορικό της εκπαίδευσης, αναδεικνύει τον επιστημονικό και ευρύτερο ιδεολογικό εξοπλισμό, δια του οποίου είναι εφοδιασμένοι οι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτό σημαίνει, ότι ορισμένα εκ των καταγραφόμενων στη Μέση Εκπαίδευση, προβλημάτων, θα πρέπει να αποδοθούν σε αντίστοιχα προβλήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ο τρόπος δια του οποίου οι καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διδάχθηκαν το αντικείμενο του κλάδου τους, είναι σε γενικές γραμμές και ο τρόπος με τον οποίον θα διδάξουν στη συνέχεια το εν λόγω αντικείμενο. Αυτό ισχύει τόσο για τη δομή του συγκεκριμένου επιστημονικού κλάδου, όσο και για το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση που ο εν λόγω κλάδος, είναι επιφορτισμένος με μια αποστολή που ξεπερνά τα όρια του γνωστικού αντικειμένου (όπως συμβαίνει με τα Αρχαία Ελληνικά), ο τρόπος «αναπαραγωγής» του μαθήματος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, λαμβάνει άλλες διαστάσεις, δηλαδή οι αξίες οι οποίες «περιβάλλουν» το αντικείμενο στην Ανώτατη Εκπαίδευση, μετασχηματίζονται σε σκοπούς του μαθήματος στη Μέση Εκπαίδευση (Βερέβη, 1999,σελ.iv.). Αν και εδώ και αρκετά χρόνια επισημαίνονται προβλήματα στη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στη Μέση Εκπαίδευση, τα οποία παραμένουν άλυτα, παρά τις λεκτικές αντιπαραθέσεις, τις επιμορφώσεις των καθηγητών και τα σεμινάρια, ίσως θα πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία του προβλήματος, στην ίδια τη διδασκαλία του μαθήματος στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Η επιμόρφωση συνιστά μια «δευτερογενή» κατάσταση, η οποία δεν τροποποιεί ουσιαστικά τις πρακτικές των ανθρώπων οι οποίοι και έχουν «διαποτιστεί» με μιαν ορισμένη αντίληψη για το αντικείμενο. Οι κατευθύνσεις που μπορούν να δοθούν σε επίπεδο παιδαγωγικής ή ειδικής διδακτικής, δύσκολα μεταβάλλουν ότι έχει βιωθεί ως δομή ή ως θέσφατο στις προπτυχιακές σπουδές των φιλολόγων. Κάθε φορά λοιπόν που επιδιώκεται ή συντελείται κάποια αλλαγή στο πρόγραμμα μαθημάτων της Μέσης Εκπαίδευσης, πρέπει να ελέγχεται η παρέμβαση της Ανώτατης Εκπαίδευσης σε αυτή την αλλαγή, καθώς οι ζυμώσεις στο χώρο του Πανεπιστημίου, συνήθως προηγούνται (Βερέβη, 1999, σελ. v.). Σοφία Σκλείδα Βιβλιογραφικές Αναφορές [1] Βερέβη Α. (1999). Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση: Η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών (1950-1982), διδακτορική διατριβή. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Φιλοσοφίας- Παιδαγωγικής Ψυχολογίας. Τομέας Παιδαγωγικής. [ 2] Δελμούζος Α.(1983). Το πρόβλημα της Φιλοσοφικής Σχολή. 2η έκδοση. Αθήνα: εκδ. Μπάυρον. Share This Previous ArticleΜπορούν να δικαστούν άραγε τα ζώα; Next ArticleΣυμψηφισμό με τους Τούρκους αξιωματικούς επιχειρεί ο Ερντογάν για τους Έλληνες φυλακισμένους 27/03/2018